σηπτός

-ή, -όν, Α [σήπομαι]
1. (για τροφή) αυτός που αλλοιώνεται με τη σήψη, αυτός που τελικά σαπίζει («τὸ σηπτὸν περίττωμα τοῡ πεφθέντος ἐστίν», Αριστοτ.)
2. σηπτικός («σηπτὸν φάρμακον» — σηπτικόν φάρμακον).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σηπτά — σηπτός converted into excrement neut nom/voc/acc pl σηπτά̱ , σηπτός converted into excrement fem nom/voc/acc dual σηπτά̱ , σηπτός converted into excrement fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπτῶν — σηπτός converted into excrement fem gen pl σηπτός converted into excrement masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπτόν — σηπτός converted into excrement masc acc sg σηπτός converted into excrement neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπταῖς — σηπτός converted into excrement fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπταί — σηπτός converted into excrement fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπτοῖς — σηπτός converted into excrement masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπτοῖσι — σηπτός converted into excrement masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπτή — σηπτός converted into excrement fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπτῷ — σηπτός converted into excrement masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύσηπτος — εὔσηπτος, ον (Α) αυτός που σαπίζει εύκολα («κρεῶν ἑώλων εὔσηπτος ἡ φύσις», Φίλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σηπτός (< σήπομαι «σαπίζω»)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.